Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Πληθυσμός της Ελλάδας: Τάσεις και Προοπτικές

  ΕΚΕΙ ΦΤΑΣΑΜΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΙΔΡΩΝΕΙ ΤΟ ΑΥΤΙ ΚΑΝΕΝΟΣ



       ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ ΝΕΑ                                               Demo Νews
                                                                                        ΕΔΚΑ  Τεύχος 25ο
 Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων, Πεδίον Άρεως, Βόλος, 38334,
ΕΔΚΑ, Πεδίον Αρέως, 38334, Βόλος, Τηλ.: +302421074432-33 Fax: +302421074393
E-mail: demolab@prd.uth.gr
http://www.ldsa.gr / demolab@uth.gr , +302421074432-33
Όλα τα τεύχη διατίθενται στο site του ΕΔΚΑ http://www.ldsa.gr/ ISSN: 1791-5880            
 * Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ΤΜΧΠΠΑ, e-mail: bkotz@prd.uth.gr
Ο Πληθυσμός της Ελλάδας: Τάσεις και Προοπτικές
Βύρων Κοτζαμάνης *
Ο πληθυσμός της Ελλάδας (όπως και ο πληθυσμός του συνόλου σχεδόν των ανεπτυγμένων χωρών του πλανήτη μας) στην μεταπολεμική περίοδο έχει αυξηθεί σημαντικά (7,6 εκατομ το 1951, 11,0 το 2014) και παράλληλα γηράσκει προοδευτικά (μέση ηλικία 29 έτη το 1951, 43 έτη το 2014, ήτοι +14 έτη ). Στην ίδια αυτή περίοδο ο πληθυσμός μας: ι) έχει περιορίσει τη γονιμότητα του και αυξήσει κατά 10 έτη περίπου τον μέσο προσδόκιμο χρόνο ζωής του στη γέννηση -από τα 69 στα 78 έτη για τους άνδρες και από τα 73 στα 83 έτη για τις γυναίκες (εξ ου και η προοδευτική του γήρανση), ιι) έχει αστικοποιηθεί (80% του συνόλου κατοικεί πλέον σε αστικές περιοχές το 2011) και έχει συγκεντρωθεί σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο τμήμα (στο 6%) της συνολικής επιφάνειας της χώρας με τη δημιουργία δύο μεγάλων μητροπολιτικών περιοχών (Αθήνας και Θεσσαλονίκης), ιιι) από σχετικά «ομοιογενής» εθνικά μετά τον πόλεμο (οι μη έχοντες την ελληνική υπηκοότητα το 1951 ήταν λίγες χιλιάδες) συμπεριλαμβάνει σήμερα περίπου 1.000.000 αλλοδαπούς, η τεράστια πλειοψηφία των οποίων προέρχεται από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές του πλανήτη μας (σημαντικό τμήμα των τελευταίων έχουν εισέλθει παρανόμως στη χώρα μας και δεν έχουν άδεια παραμονής).
Η μεταπολεμική περίοδος δύναται να διακριθεί σχηματικά σε τέσσερεις υποπεριόδους, άνισης διάρκειας. Η πρώτη, η οποία έχει ως σημείο εκκίνησης το τέλος του εμφυλίου και διαρκεί περίπου μία τριακονταετία, χαρακτηρίζεται από υψηλή μετανάστευση προς το εξωτερικό, έντονη κινητικότητα στο εσωτερικό (από την οποία επωφελείται, κυρίως, η πρωτεύουσα και δευτερευόντως μόνον η Θεσσαλονίκη και οι άλλες μεγάλες πόλεις-πρωτεύουσες των νομών), καθώς και υψηλά θετικά φυσικά ισοζύγια (γεννήσεις –θάνατοι) που οφείλονται, κυρίως, στο ότι οι γεννήσεις υπερκαλύπτουν τους θανάτους παρόλο που αυτοί αυξάνονται σταθερά κάθε χρονιά εξαιτίας της προοδευτικής γήρανσης, της αύξησης δηλ. του ειδικού βάρους των ηλικιωμένων στο συνολικό πληθυσμό (ενδεικτικά το 1951 οι γεννήσεις υπερέβαιναν τις 150 χιλ., οι δε θάνατοι ήταν λιγότεροι από 65 χιλ, ενώ το 1979 οι πρώτες ανέρχονται σε 148 χιλ. και οι δεύτεροι υπερβαίνουν τις 82 χιλ.). Η όποια αύξηση του πληθυσμού κατά την περίοδο αυτή (+ 2 εκατομ.) οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο της περιόδου (έξοδοι-είσοδοι) υπερκαλύπτεται από το θετικότατο φυσικό της ισοζύγιο (γεννήσεις –θάνατοι).
Η δεύτερη-μεταβατική περίοδος, μικρότερης διάρκειας, ξεκινά από τα τέλη της δεκαετίας του 70 και διαρκεί μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Χαρακτηρίζεται από την ταχυτάτη συρρίκνωση των γεννήσεων 148.000 το 1979, 102.000 το 1990, την απρόσκοπτη αύξηση των θανάτων (από 82.000 στις 94.000), την ανακοπή της εξωτερικής μετανάστευσης  (και την επιστροφή ενός τμήματος των μεταναστών των προηγούμενων δεκαετιών) ως και την έντονη κινητικότητα στο εσωτερικό (εσωτερική μετανάστευση). Η αύξηση του πληθυσμού (+0,5 εκατομ.) οφείλεται, κυρίως, στο θετικό -αν και προοδευτικά συρρικνούμενο- ισοζύγιο γεννήσεων- -θανάτων και
δευτερευόντως μόνον στο μεταναστευτικό ισοζύγιο που από αρνητικό μεταβάλλεται πλέον σε θετικό.
Κατά την τρίτη περίοδο -από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 έως και τα τέλη της επόμενης δεκαετίας, η πτώση των γεννήσεων ανακόπτεται προσωρινά (σταθεροποιούνται γύρω από τις 100 χιλ) ενώ οι θάνατοι συνεχίζουν να αυξάνονται, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της περιόδου να αφήνει ελάχιστο θετικό πλεόνασμα (λιγότερο από 80.000). Η εσωτερική μετανάστευση επιβραδύνεται (και κατευθύνεται, κυρίως, προς τη Θεσσαλονίκη και τα άλλα μεγάλα αστικά κέντρα) και ταυτόχρονα η χώρα μετατρέπεται σε χώρα εισροής αλλοδαπών: ο αριθμός τους τετραπλασιάζεται σχεδόν ανάμεσα στο 1989 και το 2010, ενώ αλλάζει ριζικά και η σύνθεση του, καθώς το ειδικό βάρος των προερχόμενων από τις πλέον ανεπτυγμένες χώρες του πλανήτη μας μειώνεται σημαντικά. Στη μαζική αυτή προσέλκυση αλλοδαπών αποδίδεται έτσι σχεδόν αποκλειστικά η αύξηση (+1,2 εκατομ.) του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας την εικοσαετία αυτή.
Η τέταρτη περίοδος έχει ως σημείο εκκίνησης τα πρώτα έτη της δεκαετίας που διανύουμε και συμπίπτει με την τρέχουσα οικονομική κρίση. Βασικά της χαρακτηριστικά: η εκ νέου μείωση των γεννήσεων μετά από μια εικοσαετία σχετικής σταθεροποίησής τους και η συνεχής αύξηση των θανάτων λόγω της γήρανσης (με αποτέλεσμα την εμφάνιση αρνητικών φυσικών ισοζυγίων), η ανατροπή των θετικών μεταναστευτικών ισοζυγίων (ως και της φοράς των εσωτερικών μετακινήσεων). Ειδικότερα: ι) τμήμα των εγκατεστημένων τις δυο προηγούμενες δεκαετίες αλλοδαπών-οικονομικών μεταναστών επιστρέφει στη χώρα του, ιι) συνεχίζεται η εισροή αλλοδαπών από τις ευρισκόμενες σε κρίση λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές του πλανήτη στη χώρα μας
που αποτελεί την κύρια πύλη εισόδου στην ΕΕ των ομάδων αυτών, ιιι) ένα νέο κύμα μετανάστευσης Ελλήνων προς το  εξωτερικό αναδύεται με έντονη συμμετοχή σε αυτό απόφοιτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ως και ατόμων με κάποια μεταναστευτική -άμεση η έμμεση-εμπειρία (δεύτερη η τρίτη γενεά μελών νοικοκυριών, νοικοκυριών που είχαν μεταναστεύσει στο παρελθόν σε κάποια ευρωπαϊκή συνήθως χώρας και επέστρεψαν τις
προηγούμενες δεκαετίες στην Ελλάδα) iv) ανακόπτεται σχεδόν πλήρως η τάση μετακίνησης προς τα μεγάλα
αστικά κέντρα και αναδύεται δειλά μια τάση επιστροφής των εσωτερικών μεταναστών των προηγούμενων
δεκαετιών στις περιοχές προέλευσης τους. Ο πληθυσμός της Ελλάδας έχει αρχίσει πλέον να μειώνεται εξαιτίας του αρνητικού πρόσημου των φυσικών και των μεταναστευτικών ισοζυγίων.
Οι προαναφερθείσες εξελίξεις των έξι πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών είχαν ως αποτέλεσμα μια
σημαντική αλλαγή των πληθυσμιακών μας πυραμίδων, την εξαιρετικά άνιση κατανομή του πληθυσμού στον ελλαδικό χώρο και ταυτόχρονα την αλλαγή της σύνθεσης του πληθυσμού, καθώς η χώρα μας, με τους αλλοδαπούς να αποτελούν πλέον το 10% του συνόλου ελάχιστα διαφοροποιείται πλέον από άλλες ευρωπαϊκές χώρες με μεταναστευτική παράδοση πολλών δεκαετιών.
Η τελευταία περίοδος, η οποία έχει ως σημείο εκκίνησης τα πρώτα χρόνια της τρέχουσας δεκαετίας και συμπίπτει με την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, παραμένει «ανοικτή». Η κρίση αυτή αναμένεται όμως να επιταχύνει (και ενδεχομένως και να ανατρέψει) τις μακρόχρονες τάσεις εξέλιξης των βασικών δημογραφικών συνιστωσών.
Ειδικότερα, όσον αφορά τη γονιμότητα, η πορεία της, όπως προαναφέρθηκε, είναι φθίνουσα, καθώς οι γυναίκες
των διαδοχικών γενεών που γεννηθήκαν μετά τα τέλη του ΧΙΧου αιώνα στη χώρα μας κάνουν όλο και λίγο λιγότερα παιδιά (η Ελλάδα δεν γνώρισε το baby-boom άλλων ευρωπαϊκών χωρών), ενώ αυτές που γεννηθήκαν από τον Μεσοπόλεμο και μετά δεν εξασφαλίζουν πλέον την αναπαραγωγή τους (η κάθε μητέρα δηλαδή δεν
αντικαθίσταται λαμβάνοντας υπόψη και τις υφιστάμενες συνθήκες θνησιμότητας από μία κόρη). Η μέση ηλικία στην απόκτηση του πρώτου παιδιού είναι σήμερα (2015) ήδη εξαιρετικά υψηλή εγγίζοντας τα 30 έτη (στη δε γενεά του 1975 έχει υπερβεί τα 28, 5 έτη) και η όποια αναβολή των γεννήσεων για αργότερα εξαιτίας των δυσμενών κοινωνικό οικονομικών συνθηκών από τις γενεές, οι οποίες στα χρόνια της κρίσης θα βρεθούν στις ηλικίες 25-35 (τις γυναίκες δηλαδή που γεννήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 και μετέπειτα)
πιθανότατα θα οδηγήσει στην επιτάχυνση της τάσης μείωσης του αριθμού των παιδιών τους, εξαιτίας της συρρίκνωσης τόσο του διατιθέμενου αναπαραγωγικού «χρόνου» όσο και της βιολογικής τους ικανότητας σύλληψης.
Αυτό πιθανότατα, θα έχει ως αποτέλεσμα το ακόμη μεγαλύτερο «άνοιγμα» μεταξύ του ορίου αναπαραγωγής (2,1 παιδιά/γυναίκα) και του αριθμού των παιδιών που θα φέρουν στον κόσμο οι γυναίκες που γεννηθήκαν μετά το 1975 (η γενεά του 1950 έφερε στον κόσμο 1,9 παιδιά/γυναίκα κατά μέσο όρο, η γενεά του ‘65 1,7 παιδιά και αυτή του 1975 –εκτίμηση-1,55).
Ταυτόχρονα, η τάση αύξησης της ατεκνίας (η αύξηση δηλαδή του ποσοστού των γυναικών που δεν θα κάνουν παιδί) στις γενεές που γεννήθηκαν μετά το 1965 συνεχίζεται ενώ η συρρίκνωση των πολύτεκνων οικογενειών που έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες δεν έχει ανακοπεί (οι γεννήσεις του τέταρτου και άνω παιδιού που υπερέβαιναν το 13% του συνόλου των γεννήσεων στις αρχές της δεκαετίας του ’50, αποτελούν σήμερα μόλις το 3% και αναμένεται να σταθεροποιηθούν στο 2% στα μέσα της επόμενης δεκαετίας)
Η κρίση του δημόσιου συστήματος υγείας και η μείωση των εισοδημάτων ευρύτατου τμήματος του ελληνικού πληθυσμού πιθανότατα θα έχει επιπτώσεις στην υγεία του και στη μακροζωία του. Ειδικότερα, έχει ήδη επιβραδυνθεί σημαντικά (και σύντομα πιθανότατα θα ανακοπεί) η πρότερη μακροχρόνια τάση αύξησης του προσδόκιμου ζωής στη γέννηση (ενώ πιθανότατα θα αυξηθούν και τα χρόνια ζωής σε κακή κατάσταση υγείας πριν από τον θάνατο).
Όσον αφορά τις μεταναστευτικές ροές, είναι προφανές ότι σε συνθήκες κρίσης η Ελλάδα δεν αποτελεί «ελκυστικό» προορισμό για οικονομικούς μετανάστες, και πιθανότατα, αν η οικονομική κατάσταση δεν σταθεροποιηθεί, ένα επιπλέον τμήμα των εγκατεστημένων ακόμη και σήμερα οικονομικών μεταναστών στην Ελλάδα θα επιστρέψει στη χώρα του (αν και η πλειοψηφία το έχει ήδη κάνει την τελευταία πενταετία). Αντιθέτως, λαμβανομένων υπόψη τόσο των συνθηκών σε πλειάδα χωρών του ευρύτατου γεωπολιτικού μας χώρου που δεν αναμένεται να μεταβληθούν (και της ευρωπαϊκής πολιτικής στο θέμα αυτό) όσο και της ιδιαιτερότητας των φυσικών μας συνόρων οι ροές ατόμων από τις χώρες αυτές θα συνεχισθούν. Ταυτόχρονα, θα συνεχισθεί πιθανότατα, εξ αιτίας κυρίως της αυξημένης ανεργίας των νέων στην περίπτωση που αυτή δεν περιοριστεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια, η έξοδος κυρίως νέων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (και δευτερευόντως μόνον ημι-ειδικευμένων ατόμων).
Τα προαναφερθέντα, παρόλο τον σχετικό βαθμό αβεβαιότητας, οδηγούν σε κάποιες βεβαιότητες όσον αφορά τις μέλλουσες πληθυσμιακές μας εξελίξεις.
Το 2025 ι) ο πληθυσμός της Ελλάδας θα υπολείπεται κατά 300-400 χιλιάδες αυτού του 2015,
 ιι) τα φυσικά (γεννήσεις-θάνατοι) ως και τα μεταναστευτικά ισοζύγια (είσοδοι-έξοδοι) την επόμενη δεκαετία θα είναι αρνητικά,
ιιι) η δημογραφική γήρανση –μη αναστρέψιμη τάση- θα συνεχισθεί καθώς το ποσοστό των άνω των 65 ετών το 2025 θα υπερβεί το 22% του συνολικού πληθυσμού και οι άνω των 85 ετών θα αποτελούν πιθανότατα το 15% της ομάδας των 65+ (υπενθυμίζεται ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1950 οι 65+ αποτελούσαν μόλις το 6,7% , οι δε 85+ το 0,4% αντίστοιχα του συνόλου) ενώ η μέση ηλικία θα υπερβεί τα 45έτη,
 iv) το προσδόκιμο ζωής στη γέννηση μετά από 10 χρόνια -στην ευνοϊκότερη των περιπτώσεων- δεν θα μειωθεί σημαντικά ενώ η πιθανότητα να αυξηθούν τα χρόνια ζωής πριν τον θάνατο σε κακή κατάσταση υγείας είναι ισχυρή,  
v) η γονιμότητα των γενεών που γεννήθηκαν την δεκαετία 1975-1985 θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο (θα περιορισθεί στα 1,4 παιδιά/γυναίκα) και τέλος,
vi)το ειδικό βάρος των αλλοδαπών δεν αναμένεται να μεταβληθεί (+- 10% ακόμη το 2025), ενώ ένας στους 7 νέους κάτω των 15 ετών το έτος αυτό θα έχει γεννηθεί από αλλοδαπό γονέα/γονείς.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΠΙΝΑΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ
    Πίνακας 1: Ελλάδα, 1951-2013, πληθυσμός και μέση ηλικία (έτη)
Έτος
Πληθυσμός (εκατομ.)
Μέση ηλικία
Έτος
Πληθυσμός (εκατομ.)
Μέση ηλικία
1951
7,65
30,1
1983
9,85
36,5
1952
7,73
30,3
1984
9,9
36,7
1953
7,82
30,5
1985
9,93
36,9
1954
7,89
30,8
1986
9,97
36,9
1955
7,97
31
1987
10
37,1
1956
8,03
31,2
1988
10,04
37,4
1957
8,1
31,4
1989
10,09
37,6
1958
8,17
31,6
1990
10,16
37,9
1959
8,26
31,8
1991
10,26
38,1
1960
8,33
32
1992
10,37
38,2
1961
8,4
32,2
1993
10,47
38,4
1962
8,45
32,4
1994
10,55
38,6
1963
8,48
32,6
1995
10,63
38,8
1964
8,51
32,8
1996
10,71
38,9
1965
8,55
33
1997
10,78
39,1
1966
8,61
33,2
1998
10,83
39,4
1967
8,72
33,3
1999
10,88
39,6
1968
8,8
33,4
2000
10,92
39,8
1969
8,83
33,5
2001
10,95
40,1
1970
8,79
34,7
2002
10,98
40,3
1971
8,82
34,9
2003
11,02
40,5
1972
8,89
34,7
2004
11,06
40,8
1973
8,93
34,9
2005
11,09
41
1974
8,96
35,2
2006
11,13
41,2
1975
9,05
35,3
2007
11,16
41,4
1976
9,17
35,5
2008
11,19
41,6
1977
9,27
35,6
2009
11,19
41,8
1978
9,36
35,7
2010
11,15
42,1
1979
9,45
35,8
2011
11,12
42,3
1980
9,64
36
2012
11,04
42,6
1981
9,73
36,2
2013
10,95
42,9
1982          9,79
36,3